Συνήθως για να εξηγηθεί η γέννηση ενός
επαναστατικού κινήματος (όπως είναι ο εθνικοσοσιαλισμός, ο φασισμός, ο μπααθισμός
κ.α.) προβάλλεται η προϋπόθεση ύπαρξης ενός εθνικισμού ιδιαιτέρως ριζοσπαστικού
και εξαγριωμένου. Αυτό όμως δεν φαίνεται σωστό. Για κάποιον εθνικιστή ηγέτη (όπως
ήταν ο Νάσερ, ο Καντάφι, ο Μοσαντέκ κ.α.), που θέλει να πάρει την
εξουσία, μπορεί να αρκεί η ύπαρξη μια ομάδας ριζοσπαστών εθνικιστών. Όμως για να
«γεννηθεί» ένα εθνοφυλετικό κοινωνικό επαναστατικό κίνημα θα πρέπει στα άκρα
του πολιτικού πρίσματος, τόσο στα δεξιά όσο και στα αριστερά, να αποκολληθούν
ορισμένα στοιχεία, να συνευρεθούν εκτός του πρίσματος αυτού και να διαμορφώσουν
ένα τρίτο στοιχείο, που δεν θα ανήκει ούτε στη δεξιά ούτε στην αριστερά. Τα κινήματα
αυτά προέρχονται από την συμπόρευση των ριζοσπαστών από τα δύο άκρα. Σήμερα υπάρχουν
οι προϋποθέσεις ώστε να γίνει μια τέτοια συμπόρευση. Η αριστερά έχει χάσει τον
σοσιαλιστικό προσανατολισμό της. Έχει επιδοθεί σε έναν αγώνα για την καταστροφή
κάθε εθνικού μύθου. Έχει σαν στόχο την εγκατάσταση μια πολυφυλετικής κοινωνίας
ατόμων χωρίς ταυτότητα. Έχει λεηλατήσει το συνδικαλιστικό κίνημα. Αποτελεί το
πολυφυλετικό δεκανίκι του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Είναι το στήριγμα της διεθνιστικής δεξιάς.
Αποδείχτηκε τελικά, αυτό που κάποιοι το έλεγαν πολλά χρόνια πριν, πως ο φιλελεύθερος
καπιταλισμός και ο σοσιαλιστικός μαρξισμός αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου
νομίσματος. Σήμερα η «αντίθεση» μεταξύ της δεξιάς και της αριστεράς έχει
εξαφανιστεί. Έτσι οι πολίτες έχουν πάψει να είναι θύματα εκμετάλλευσης και «φύλακες»
των συμφερόντων του αστικού φιλελευθερισμού. Αυτός είναι ο λόγος που σήμερα αρχίζουν
στην Ελλάδα να εμφανίζονται όλο και περισσότερες «παράδοξες» ιδεολογικές ομάδες,
που υποδεικνύουν μια συγχώνευση των μέχρι πρότινος αντιτιθέμενων πολιτικών
εννοιών. Όσο μεγαλώνει η φτώχεια στην πλειοψηφία του ελληνικού πληθυσμού εγκαθίσταται
μια εχθρότητα εναντίον της πλουτοκρατίας. Πριν λίγα χρόνια χιλιάδες ελληνόπουλα
προσπαθούσαν να ζήσουν σαν μεγαλοαστοί (διακοπές σε Μύκονο, ταξίδια στο
εξωτερικό κ.α.). Σε λίγο καιρό η αδυναμία εκπλήρωσης ενός τέτοιου ονείρου θα τα
οδηγήσει σε ένα πόλεμο εναντίον της «παντοδυναμίας του χρήματος». Και αυτό θα
αυξηθεί όταν ο Έλληνας γίνει προλετάριος στην επιχείρηση του μετανάστη. Ο τίμιος
και λεηλατημένος φορολογικά Έλληνας θα βρεθεί να υπακούει τις εντολές ενός «παράνομου»
μετανάστη, που ποτέ δεν φορολογήθηκε αλλά αντιθέτως στηρίχθηκε από ένα παντοδύναμο
διεθνιστικό πολιτικό, δημοσιογραφικό αλλά και νομικό κατεστημένο. Στην πατρίδα μας
σε λίγα χρόνια κάθε μεσοαστός ευτυχισμένος μετανάστης θα γεννάει και έναν Έλληνα
επαναστάτη. Το σίγουρο είναι ότι με «αντιρατσιστικούς» νόμους, που γράφονται σε
γραφεία ξένων πρεσβειών, το σάπιο πολιτικό κατεστημένο δεν μπορεί να επιβιώσει.
Όλα τα τσιράκια του καθεστώτος φέρνουν στον λαό αηδία και μίσος. Τελικά ο
επαναστατικός παράγοντας, ο οποίος εξοντώνει τον φιλελεύθερο κοινοβουλευτισμό,
δεν θα είναι το προλεταριάτο (που σήμερα είναι πολυφυλετικό) αλλά το έθνος. Αυτό
το έθνος, που τόσο έχει κατηγορηθεί από τους προδότες πολιτικούς, οι οποίοι το κατέστρεψαν
κοινωνικά και οικονομικά, θα αποτελέσει το προνομιακό στοιχείο της επανάστασης
που έρχεται.
Ο άνθρωπος πρέπει να ζει φυσικά ας πλησιάσουμε την ελληνική φύση μακριά από τις πόλεις φυλακές της ψυχής και του σώματος
31 Μαΐ 2013
12 Μαΐ 2013
Γιατί ο Λένιν και όχι ο Μπακούνιν διέδωσε τον Μαρξισμό στη Ρωσία
Ο Μπακούνιν, που ήταν γνήσιος Ρώσος,
υπήρξε ο πρώτος που κατανόησε τη βαθύτερη ουσία του Μαρξισμού και δεν δίστασε
να την αποκαλύψει: «Οι Ιουδαίοι είναι πάντοτε εκμεταλλευτές του μόχθου των άλλων
ανθρώπων. Έχουν ένα βασικό φόβο και αποστροφή για τους λαούς τους οποίους
περιφρονούν αφού θεωρούν τον εαυτό τους περιούσιο λαό. Είναι δολοπλόκοι,
ανακατεύονται παντού, κερδοσκοπούν, είναι τραπεζίτες, συγγραφείς, δημοσιογράφοι.
Στέκονται δηλαδή με το ένα πόδι στον βαθύ καπιταλισμό και με το άλλο στον
σοσιαλισμό». Παρά το ότι ο Μπακούνιν θεωρήθηκε θεμελιωτής του «Αναρχισμού»,
στην ουσία ήταν πρόδρομος του «Εθνικοσοσιαλισμού», στα πλαίσια του οποίου το Κράτος
δεν αποτελεί σκοπό αλλά μέσο. Υποστήριζε με σθένος ότι ο Ρώσος αγρότης, βρισκόταν
υπό τον ζυγό που του είχε επιβληθεί από μια ταταρογερμανική ελίτ, έμελλε να
αποτελέσει αφετηρία της σκέψης του Άλφρεντ
Ρόζενμπεργκ.
Να θυμίσουμε ότι ο Δρ. Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (γερμ. Alfred Rosenberg, 1893 - 1946) υπήρξε εξέχον μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας και κατέλαβε σημαντικά κρατικά αξιώματα. Δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό. Γεννήθηκε στο Ρεβάλ (σημερινό Ταλίν) της Εσθονίας, τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις 12 Ιανουαρίου του 1893. Ο πατέρας του ήταν Λιθουανός ευκατάστατος έμπορος και η μητέρα του Εσθονή, και οι δύο γερμανικής καταγωγής.
Οι απόψεις του Μπακούνιν κατά των Ιουδαίων οδήγησαν τους Ιουδαίους Μαρξιστές στο πρόσωπο του Λένιν. Αυτός θα ήταν που θα διέδιδε τον Μαρξισμό στη Ρωσία. Οι Ιουδαίοι Μαρξιστές, σαν γνήσιοι διεθνιστές, δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση να διαδώσει τον Μαρξισμό στη Ρωσία ένας Ρώσος. Ο Λένιν μόνο Ρώσος δεν ήταν. Ο παππούς του ήταν Ιουδαίος που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Η γιαγιά του ήταν Γερμανοσουηδέζα Προτεστάντισσα, όπως και η μητέρα του. Ο πατέρας του Ilya Ulyanov ήταν Μογγόλος (Καλμούχος). Ο μπολσεβίκος ηγέτης περιφρονούσε τους Ρώσους αγρότες, που τους θεωρούσε χαμηλού πνευματικού επιπέδου. Αυτός ο Ταταρογερμανός δεν θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της ελίτ που δυνάστευε τους αγρότες της χώρας του. Απλά τους «μετονόμασε» σε μπολσεβίκους.
Κάτι ανάλογο συνέβη και μετά την πτώση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Τα παιδιά του Κομμουνιστικού κόμματος μεταβλήθηκαν στους οικονομικούς Κροίσους της χώρας μέσα σε μια νύκτα.
Να θυμίσουμε ότι ο Δρ. Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ (γερμ. Alfred Rosenberg, 1893 - 1946) υπήρξε εξέχον μέλος του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος της Γερμανίας και κατέλαβε σημαντικά κρατικά αξιώματα. Δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό. Γεννήθηκε στο Ρεβάλ (σημερινό Ταλίν) της Εσθονίας, τμήμα της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στις 12 Ιανουαρίου του 1893. Ο πατέρας του ήταν Λιθουανός ευκατάστατος έμπορος και η μητέρα του Εσθονή, και οι δύο γερμανικής καταγωγής.
Οι απόψεις του Μπακούνιν κατά των Ιουδαίων οδήγησαν τους Ιουδαίους Μαρξιστές στο πρόσωπο του Λένιν. Αυτός θα ήταν που θα διέδιδε τον Μαρξισμό στη Ρωσία. Οι Ιουδαίοι Μαρξιστές, σαν γνήσιοι διεθνιστές, δεν ήθελαν σε καμιά περίπτωση να διαδώσει τον Μαρξισμό στη Ρωσία ένας Ρώσος. Ο Λένιν μόνο Ρώσος δεν ήταν. Ο παππούς του ήταν Ιουδαίος που ασπάστηκε τον Χριστιανισμό. Η γιαγιά του ήταν Γερμανοσουηδέζα Προτεστάντισσα, όπως και η μητέρα του. Ο πατέρας του Ilya Ulyanov ήταν Μογγόλος (Καλμούχος). Ο μπολσεβίκος ηγέτης περιφρονούσε τους Ρώσους αγρότες, που τους θεωρούσε χαμηλού πνευματικού επιπέδου. Αυτός ο Ταταρογερμανός δεν θα μπορούσε να στραφεί εναντίον της ελίτ που δυνάστευε τους αγρότες της χώρας του. Απλά τους «μετονόμασε» σε μπολσεβίκους.
Κάτι ανάλογο συνέβη και μετά την πτώση των μπολσεβίκων στη Ρωσία. Τα παιδιά του Κομμουνιστικού κόμματος μεταβλήθηκαν στους οικονομικούς Κροίσους της χώρας μέσα σε μια νύκτα.
1 Μαΐ 2013
H Χεζμπολάχ στηρίζει τον Μπασάρ αλ Άσαντ
Ο ηγέτης της λιβανέζικης σιιτικής
οργάνωσης Χεζμπολάχ, Χασάν Νασράλα, παραδέχθηκε σήμερα, για πρώτη φορά, τη
συμμετοχή δυνάμεών της στο πλευρό του συριακού κυβερνητικού στρατού στην
περιοχή Κουσάιρ, στο κέντρο της Συρίας. «Μεγάλος αριθμός από πολεμιστές
συμμετέχουν στην κατάληψη του ελέγχου σε κοινότητες που κατοικούνται από
Λιβανέζους. Επίσης ήταν φυσικό να προσφέρουμε κάθε δυνατή και αναγκαία βοήθεια
στο συριακό στρατό, στις λαϊκές επιτροπές (τις ένοπλες φιλοκυβερνητικές πολιτοφυλακές)
και τους λιβανέζους κατοίκους», δήλωσε ο Νασράλα, μιλώντας στο τηλεοπτικό
δίκτυο Αλ Μανάρ, σημειώνοντας πως «η μάχη δεν έχει τελειώσει ακόμη». Ο ίδιος
τόνισε πως «οι πραγματικοί φίλοι της Συρίας» δεν θα επιτρέψουν την πτώση της
κυβέρνησης του Μπασάρ αλ Άσαντ, η οποία κλυδωνίζεται από την λαϊκή εξέγερση στο
εσωτερικό της χώρας. «Η Συρία διαθέτει στην περιοχή πραγματικούς φίλους, οι
οποίοι δεν πρόκειται να επιτρέψουν να πέσει στα χέρια των ΗΠΑ, του Ισραήλ και
των εξτρεμιστικών ομάδων τακφίρι» (σουνιτών)», υπογράμμισε ο Νασράλα.
28 Απρ 2013
Τα νεόπλουτα λαμόγια της Ελλάδας
Αν και αυτό το διάστημα το κοινωνικό δράμα του ελληνικού έθνους
κορυφώνεται, η τριμερής κατοχική κυβέρνηση, των Σαμαρά – Βενιζέλου – Κουβέλη,
συνεχίζει να «φαντασιώνεται» άνοδο των ποσοστών της εμπιστοσύνης του λαού, επερχόμενη
«ανάπτυξη» από το επόμενο έτος (2014), αν και ζούμε πια σε μια διαλυμένη κοινωνία.
Μάλιστα ο ξεφτιλισμένος υπουργός Δένδιας, σπεύδει να προστατέψει κάποιες δεκάδες
«κακόμοιρων» Ασιατών, αδιαφορώντας προκλητικά για τα 3 εκατ. Έλληνες, που είτε
βρίσκονται εδώ και καιρό στην ανεργία είτε περιμένουν για μήνες να πληρωθούν τους
μισθούς για τους οποίους δούλεψαν και ίδρωσαν. Αυτό που πεισματικά αρνείται να παραδεχτεί η
τωρινή αλλά και οι προηγούμενες κατοχικές κυβερνήσεις, είναι ότι οι υπογραφές
στα κατοχικά μνημόνια που τόσο εύκολα έδωσε δεν έχουν καμιά νομιμοποίηση για τις
εξελίξεις που θα έρθουν στο μέλλον. Καμιά εφαρμογή οικονομικού προγράμματος και
καμιά υπογραφεί δανείου από ένα μεταπολιτευτικό καθεστώς, κρυμμένο μέσα στο
μανδύα του κοινοβουλευτισμού, δεν μπορεί να δεσμεύσει τις ερχόμενες κυβερνήσεις
αυτού του τόπου για την οικονομική πολιτική που θα ακολουθήσουν. Αν υπήρξε ένα
πρώτο «κούρεμα» στα δανεικά τότε μπορεί αν υπάρξει και «μηδενισμός» τους, αν
αποδειχτεί ότι αυτά τα χρήματα δεν έφτασαν ποτέ στην πραγματική οικονομία αλλά
κατέληξαν στις τσέπες κάποιων ξένων τοκογλύφων ή εγχώριων νεόπλουτων λαμογιών. Ας
μιλήσουμε επιτέλους για την πολιτική τάξη, που κυβερνά όλα τα χρόνια της μεταπολίτευσης,
η οποία με τόσο κυνισμό ζητά χρήματα για να πληρώσει τα δικά της χρέη. Χρέη που οι ίδιοι οι πολιτικοί συσσώρευσαν με ανέμελους εξωτερικούς δανεισμούς, με
κομματικοποιημένες κρατικές «πολιτικές», με λεηλασία και κατασπατάληση των εθνικών
πόρων δημόσιων οργανισμών και ασφαλιστικών ταμείων, των οποίων οι διοικήσεις
διορίζονταν από τα υπουργικά γραφεία. Οι ελεεινοί καναλάρχες, που εισέπρατταν
με υπερτιμολόγηση άφθονο δημόσιο χρήμα από «χάρτινα» δημόσια έργα ή ξέπλεναν μαύρο
χρήμα από λαθρεμπόριο καυσίμων, με την στήριξη των κομματικών επιτελείων, τολμάνε
να λένε ότι τα εκατομμύρια των εργαζομένων, που τώρα καλούνται να ξεπληρώσουν
τα δανεικά, καλοπερνούσαν και έτρωγαν «αστακομακαρονάδες», είχαν πανάκριβα τζιπ
και γλεντούσαν «μυκονιάτικα» σκαφάτοι. Αυτό τον τρόπο ζωής είχαν τα λαμόγια οι νεόπλουτοι
που εισέπρατταν δημόσιο χρήμα και όχι οι εργαζόμενοι. Η παρέα των φρουρών της πλουτοκρατίας
που γέμισε τις τσέπες της με τους πανάκριβους Ολυμπιακούς του 2004. Είναι οι ίδιοι
που ακόμη και σήμερα καλοπερνούν και συνομιλούν με τις κατοχικές δυνάμεις των
τροϊκανών. Την ίδια στιγμή κρύβουν το γεγονός ότι από το 2000 καταγράφεται άνοδο
του αριθμού των νεόφτωχων στην Ελλάδα. Ήδη από το 2000, με την ένταξη της χώρας
στο ευρώ, οι φτωχές περιοχές της χώρας μας μαστίζονταν από την ανεργία και τη
μείωση των εισοδημάτων. Απλά δεν καταγράφονταν από τα ξενοκίνητα μέσα ενημέρωσης
και τους εμετικούς εκδότες.
Όμως η οικονομική εξαθλίωση, που μέχρι σήμερα αντιμετωπίζεται
από τον ελληνικό λαό υπομονετικά σαν να ήταν αναπόφευκτη, γίνεται αφόρητη από
τη στιγμή που θα συλλάβει την ιδέα να την αποτινάξει.
31 Μαρ 2013
Η οργή αριστερών συνδικαλιστών για τον φασισμό σημαίνει φόβος για την επανάσταση
Στην Ιταλία το 1912 τα πιο
αγωνιστικά φιλελεύθερα στοιχεία είναι βαθιά αποκαρδιωμένα ... Αυτό που σύντομα
θα γίνει είναι ένα μεγάλο σοσιαλιστικό κράτος ... αυστηρά συγκεντρωτικό ...
μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια ... Σε 10 χρόνια, θα έχει οικοδομηθεί ένα
κράτος όπου δε θα υπάρχει κανένα ίχνος ευρωπαϊκού «φιλελευθερισμού».
Γουίντχαμ Λιούις, Άγγλος οπαδός
του φασισμού (1926)
Συνεχώς τον τελευταίο καιρό ακούμε
στην πατρίδα μας συνδικαλιστές της κοινοβουλευτικής αριστεράς να μιλούν αναφερόμενοι
στον φασισμό με εξευτελιστικά λόγια θεωρώντας τον σαν βρισιά. Για να δούμε όμως που στηρίζεται όλο αυτό το μίσος προς το φασισμό όλων αυτών των σοσιαλοδημοκρατών
και λοιπών αριστερών και μαρξιστικών κοινοβουλευτικών κομμάτων θα πρέπει να
μελετήσουμε με προσοχή τον συνδικαλισμό την περίοδο του φασισμού.
Το Φασιστικό Κόμμα γεννήθηκε με τα μισά μέλη να είναι δεξιοί Εθνικιστές και τα άλλα μισά να είναι αριστεροί
Εθνικο-Συνδικαλιστές. Οι Φασίστες είχαν πλήρη εμπιστοσύνη στην ικανότητα των
εργαζομένων να μάθουν να λειτουργούν στην κοινωνία και θεωρούσαν ότι το
συνδικάτο ήταν το σχολείο για την ανάπτυξη αυτής της ικανότητας. Τα συνδικάτα
έπρεπε να αναλάβουν τις λειτουργίες που επιτελούνταν από το Κράτος, και το
Κράτος έπρεπε να διαλυθεί. Με αυτό τον τρόπο θα γινόταν η επανάσταση.
Οι διαμάχες στην Ιταλία μέσα στην Ομοσπονδία των Εργατών Γης
επέτρεψαν στους φασίστες να αναπτυχθούν. Οι φασίστες προέβαλαν το σύνθημα «Η
γη σε αυτούς που την καλλιεργούν» ως απάντηση στη σοσιαλιστική εθνικοποίηση της
γης.
Η αναγνώριση του εθνικού χαρακτήρα
του εργατικού σωματείου, μέσα στο φασισμό, έφερε σαν αποτέλεσμα να επιβληθεί η
υποχρεωτική συνδρομή σε όλες τις κατηγορίες συνδικαλιστικών σωματείων. Συνδρομή
θα πληρώνουν υποχρεωτικά όλοι οι εργαζόμενοι είτε είναι γραμμένοι στο σωματείο
είτε όχι. Η ετήσια συνδρομή για τους εργάτες δεν μπορούσε να υπερβεί το ένα
ημερομίσθιο και για τους εργοδότες η αμοιβή τόσων ημερών εργασίας όσοι είναι
και οι εργάτες της επιχείρησής τους. Το 1933 το σύνολο των εισφορών στα
εργατικά συνδικάτα ανήλθε σε 289.993.000 λιρέτες. Από αυτά τα 197.000.000
εκατομμύρια καταβλήθηκαν από τους εργοδότες και μόνο 93 εκατομμύρια από τους
εργαζόμενους. Ο μέσος όρος εισφοράς για κάθε εργάτη ήταν 13 λιρέτες και για
κάθε εργοδότη 49 λιρέτες.
Τρεις τάσεις συνενώθηκαν για να
σχηματίσουν το φασιστικό κίνημα· οι πρωτοφασίστες συνδικαλιστές, οι εθνικιστές
και οι μουσολινικοί σοσιαλιστές.
Ο Μπενίτο Μουσολίνη ήταν ένας
γεννημένος εξτρεμιστής. Σε ηλικία 17 ετών, ο νεαρός σοσιαλιστής επαινούσε τη
δολοφονία του βασιλιά Ουμπέρτο από έναν αποκαλούμενο αναρχικό και υποστήριζε
την πολιτική βία ως μέσο αγώνα. Διακατεχόταν από έντονη αντιθρησκευτικότητα και
στην πραγματικότητα ήταν, σε αυτό τον τομέα, πιο ριζοσπαστικός από ό,τι οι
περισσότεροι σοσιαλιστές ... ακριβώς όπως οι αναρχικοί.
Η σχέση του με το αναρχικό κίνημα
ήταν στενή και εγκάρδια. Το 1903, ήταν ομιλητής, μαζί με τον αναρχικό Λουίτζι
Μπερτόνι, σε μια συνάντηση στη Γενεύη. Μιλώντας για τον ιταλικό σοσιαλισμό,
υπογράμμισε την επαναστατική φύση του, αρνήθηκε ότι είναι αναρχικός, αλλά
υποστήριξε ότι είναι επαναστάτης.
Πριν προχωρήσουμε, ίσως είναι
απαραίτητο να προσδιορίσουμε τον όρο συνδικαλισμός. Σε γενικές γραμμές, επιδιώκει
να αντικαταστήσει τον καπιταλισμό και το Κράτος με τον έλεγχο των εργατών μέσω
της δομής των τοπικών συνδικάτων και άλλων εθελοντικών ενώσεων. Οι βασικές
ιδέες του συνδικαλισμού είχαν τις ρίζες τους στον αναρχισμό, ειδικά σε
στοχαστές όπως ο Προυντόν και ο Μπακούνιν, αλλά η ιδέα του συνδικαλισμού
καρποφόρησε κατά τη δεκαετία του 1890 με τον Φερδινάνδο Πελουτιέ. Όλη αυτή την
περίοδο, ο Μουσολίνι ασχολούνταν πολύ με τον επαναστατικό αναρχισμό. Διάβαζε
όλα τα αναρχικά περιοδικά και μετέφρασε στην ιταλική γλώσσα το έργο του
Κροπότκιν «Αναμνήσεις Ενός Επαναστάτη». Αργότερα, μετέφρασε τα έργα του Ρεκλύ «Ο
Άνθρωπος και η Γη» και του Κροπότκιν «Η Γαλλική Επανάσταση». Αντιπαθούσε το
μετριοπαθή αναρχισμό, γράφοντας στην αναρχική εφημερίδα «Ελεύθερη Σελίδα»
ότι: «ο αναρχισμός που υιοθετείται από τις μάζες χάνει το μεγαλείο του, τον
ηρωισμό του, επειδή οι μάζες είναι άνανδρες ... μόνον οι μεγαλειώδεις βίαιοι άνθρωποι,
που ζουν πέραν του καλού και του κακού, μπορεί να αποκαλούνται αναρχικοί». Αυτό
δε σημαίνει ότι ήταν αναρχικός και ποτέ δεν αυτοπροσδιορίστηκε ως τέτοιος,
απλά θαύμαζε το θάρρος, τη βία και τον εξτρεμισμό των ακραίων αναρχικών. Ο
Μουσολίνι, επίσης, εξυμνούσε τις αρετές των συνωμοτών Μπαμπέφ και Μπλανκί. Ο
πυρήνας της πολιτικής φιλοσοφίας του και ένα σταθερό χαρακτηριστικό και της
σοσιαλιστικής και της φασιστικής σταδιοδρομίας του είναι η πίστη του στην
αναγκαιότητα και την αποτελεσματικότητα της βίας ως μέσου για την κοινωνική
αλλαγή.
Ανεξάρτητα από τον Μουσολίνι και
την τάση του, οι συνδικαλιστές συνέβαλαν τα μέγιστα στην ανάπτυξη του φασισμού.
Αυτοί οι πρωτο-φασίστες συνδικαλιστές δεν ήταν ποτέ μουσολινικοί ούτε και
δεξιοί εθνικιστές, αλλά ανέπτυξαν ένα δικό τους αριστερό κορπορατισμό ή εθνικό
συνδικαλισμό. Προετοίμασαν το έδαφος τον ολοκληρωτικό κορπορατισμό.
Οι σημαντικότεροι από αυτούς ήταν
ο Σέρτζιο Πανούντσιο, ο Ολιβέτι, ο Ροσόνι, ο Οράνο και ο Λαντσίλο. (Ο Ολιβέτι
και ο Πανούντσιο επηρέασαν τον Μουσολίνι τα χρόνια 1904-1908) Να σημειώσουμε
ότι οι περισσότεροι συνδικαλιστές της εργατικής τάξης έγιναν φασίστες.
Το 1912 οι συνδικαλιστές ηγέτες
απογοητεύονταν όλο και περισσότερο από την εργατική τάξη. Υπήρξε μία έκκληση
για τη δημιουργία ενός Συνδικαλιστικού Κόμματος, που θα περιελάμβανε
μη-συνδικαλιστές επαναστάτες. Οι συνδικαλιστές προχώρησαν σε μία τακτική
συμμαχία με την ομάδα του Μουσολίνι το 1912, που βοήθησε τον δεύτερο να πάρει
τον έλεγχο του Σοσιαλιστικού Κόμματος από τους Μεταρρυθμιστές. Το ίδιο χρονικό
διάστημα, κάποιοι συνδικαλιστές βρήκαν επίσης μια συγγένεια με τους δεξιούς
εθνικιστές.
Τότε, προέκυψε το ζήτημα του
πολέμου. Ο Μουσολίνι και οι συνδικαλιστές ήταν αντίθετοι στο μιλιταρισμό. Ο
Ντούτσε ήταν ακόμα πιο εξτρεμιστής από τους κοινούς σοσιαλιστές πάνω στο ζήτημα
του πολέμου υιοθετώντας τη θέση του Ερβέ υπέρ της λιποταξίας ως μιας
αντιμιλιταριστικής τακτικής. (Ο Γουσταύος Ερβέ ήταν ένας επαναστάτης
σοσιαλιστής και φλογερός αντιμιλιταριστής. Και αυτός επίσης έγινε αργότερα
φασίστας).
Ωστόσο, από το 1908, ο Πανούντσιο -και πάλι όπως ο Λένιν- άρχισε να βλέπει μια θετική επαναστατική δυνατότητα στον πόλεμο. Πίστευε ότι ένας πλατιά διαδεδομένος πόλεμος θα επέτρεπε στην καινούργια προλεταριακή ελίτ να καταλάβει την εξουσία. Οι εργάτες θα έπαιρναν μέρος στις πολεμικές μάχες και έτσι θα ήταν σε καλή κατάσταση για την επανάσταση. Έτσι, το 1911, ο Πανούντσιο, ο Λαμπριόλα, ο Ολιβέτι και ο Πάολο, υποστήριξαν τον πόλεμο της Ιταλίας εναντίον της Τουρκίας που ξέσπασε στη Λιβύη.
Ωστόσο, από το 1908, ο Πανούντσιο -και πάλι όπως ο Λένιν- άρχισε να βλέπει μια θετική επαναστατική δυνατότητα στον πόλεμο. Πίστευε ότι ένας πλατιά διαδεδομένος πόλεμος θα επέτρεπε στην καινούργια προλεταριακή ελίτ να καταλάβει την εξουσία. Οι εργάτες θα έπαιρναν μέρος στις πολεμικές μάχες και έτσι θα ήταν σε καλή κατάσταση για την επανάσταση. Έτσι, το 1911, ο Πανούντσιο, ο Λαμπριόλα, ο Ολιβέτι και ο Πάολο, υποστήριξαν τον πόλεμο της Ιταλίας εναντίον της Τουρκίας που ξέσπασε στη Λιβύη.
Όταν ο παγκόσμιος πόλεμος ξέσπασε
τον Αύγουστο του 1914, οι συνδικαλιστές ηγέτες τοποθετήθηκαν γρήγορα υπέρ της
συμμετοχής. Η διάλυση της υποτιθέμενης αλληλεγγύης μεταξύ των εργατών των εμπόλεμων
χωρών οδήγησε τους συνδικαλιστές στο ερώτημα του γιατί είχε συμβεί αυτό. Η
απάντηση που έδωσαν ήταν ότι αυτή η αλληλεγγύη ήταν μια ψευδαίσθηση.
Η αντιπολεμική πλειονότητα των
σοσιαλιστών αρνήθηκε τη συνεργασία με τους στρατιώτες, και τότε αυτοί
στράφηκαν προς την αριστερά (πρωτοφασίστες) που ήταν υπέρ της συμμετοχής στον
πόλεμο. Περίπου την ίδια περίοδο, ο Αλφρέντο Ρόκο, ένας αριστερός μέλος του Εθνικιστικού
Κόμματος, πρότεινε μια μορφή Εθνικού Σοσιαλισμού, και έτσι ήρθαν πιο κοντά οι
εθνικιστές με τους πρωτοφασίστες συνδικαλιστές και σοσιαλιστές.
Ο Πανούντσιο, γράφοντας το 1917,
δήλωσε ότι ο σοσιαλισμός έχει χρεοκοπήσει και, εάν επρόκειτο να έχει κάποιο
μέλλον, χρειαζόταν μια νέα θεωρία που να μην είναι ντετερμινιστική ούτε να
βασίζεται μόνο στο προλεταριάτο, αλλά να είναι όντως ρεαλιστική. Ένα χρόνο αργότερα,
επαναπροσδιόρισε το συνδικαλισμό. Το ιταλικό πολιτικό σύστημα έπρεπε να
αντικατασταθεί από ένα σύστημα βασισμένο στα συνδικάτα ριζωμένα στην οικονομική
λειτουργία τους. Ο ρόλος αυτών των συνδικάτων θα ήταν σε μεγάλο βαθμό
πολιτικός, και όχι οικονομικός όπως στο παρελθόν. Η συμμετοχή σε αυτά έπρεπε
να είναι υποχρεωτική.
Συμπέρασμα μετά από όλα αυτά.
Καλό είναι να πάψουν να μιλάνε για
τον φασισμό με τόση απαξίωση και οι αριστεροί και οι δημοσιογράφοι της χώρας
μας. Τα γεωστρατηγικά λάθη που έκανε δεν αποκλείουν την επαναστατικότητα και
αντιπαλότητα που έχει κατά του καπιταλισμού, που ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση
με αυτή που είχαν κομμουνιστές και σοσιαλιστές.
25 Μαρ 2013
Ανάπτυξη και προστασία του περιβάλλοντος. Μύθοι και πραγματικότητα
Αφορμή για να γράψω αυτό το κείμενο ήταν η αντιπαράθεση που
ξέσπασε με αφορμή τα μεταλλεία εξόρυξης χρυσού της Χαλκιδικής. Βασική αρχή μας
είναι ότι τα συγκεκριμένα μεταλλεία προξενούν τεράστια καταστροφή στο
περιβάλλον ενώ παράλληλα δημιουργούν μεγάλα προβλήματα στον πρωτογενή αγροτικό
παραγωγικό τομέα της περιοχής. Όμως δεν μένουμε μόνο εκεί. Βλέπουμε όμως την ίδια
στιγμή τον «κοινοβουλευτισμό» να έχει μοιράσει τους ρόλους του στα πολιτικά
κόμματα, σε μια προσπάθεια να καλύψει τα μικροκομματικά του παιχνίδια.
Τα νεοφιλελεύθερα κόμματα της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στηρίζουν την πολυεθνική Ελ Ντοράλντο. Άλλωστε το ΠΑΣΟΚ ξεπούλησε για μια χούφτα ευρώ όλη αυτή την περιοχή.
Μιλάνε για θέσεις εργασίας που δημιούργησε η επένδυση αλλά δεν αναφέρουν ούτε
μια λέξη για τις καταστροφή του περιβάλλοντος. Επίσης δεν τολμούν να αναφέρουν
τι κερδίζει ο ελληνικός λαός από την εξόρυξη του χρυσού. Η Ελ Ντοράλντο, όπως
και οι υπόλοιπες πολυεθνικές, το μόνο που ξέρουν να κάνουν είναι να «κλέβουν»
τον ορυκτό πλούτο των λαών. Όλος ο χρυσός της Χαλκιδικής θα φύγει στο εξωτερικό,
κάτι που ξεχνούν να αναφέρουν οι νεοφιλελεύθεροι. Από την άλλη ο ΣΥΡΙΖΑ μιλά
για προστασία του περιβάλλοντος, αλλά δεν αναφέρει τον τρόπο που θα υπάρξει
ανάπτυξη στην πατρίδα μας χωρίς την εκμετάλλευση του ορυκτού της πλούτου. Αν
θέλουμε οικονομική ανάπτυξη, χωρίς ξένα δανεικά, θα πρέπει να προχωρήσουμε σε μια
τεχνολογική και βιομηχανική εθνική αναπτυξιακή έκρηξη, κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ της διεθνιστικής αριστεράς πουθενά δεν τολμά να αναφέρει. Η Χρυσή Αυγή από την πλευρά της στηρίζει τους
μεταλλωρύχους αλλά είναι κατά της πολυεθνικής. Θέλει μια εταιρεία του δημοσίου
να ελέγχει τα μεταλλεία και τους εργάτες να δουλεύουν όπως οι δημόσιοι υπάλληλοι. «Η δραστηριότητα δεν πρέπει να
παύσει μεν αλλά, η εξόρυξη του χρυσού πρέπει να γίνει από εταιρία που θα
ελέγχεται κατά πλειοψηφία από το δημόσιο, στην οποία θα έχουν μερίδιο και λόγο»,
αναφέρει. Αλλά κουβέντα δεν λέει για την προστασία του περιβάλλοντος. Το μοντέλο της δημόσιας
εταιρείας μπορεί να έχει όφελος βέβαια για τους ψηφοφόρους των κομμάτων (όλη η
μεταπολίτευση στηρίχθηκε στη μονιμότητα
των δημόσιων υπαλλήλων) αλλά δεν διαφυλάσσει και την προστασία του
περιβάλλοντος. Σε αυτό το μοντέλο στηρίχθηκε τόσα χρόνια η ΔΕΗ και γνωρίζουμε
την τεράστια οικολογική καταστροφή που προξένησε στην περιοχή της Πτολεμαΐδας και
της Μεγαλόπολης. Να μην μιλήσουμε για το αναπτυξιακό μοντέλο του ΚΚΕ, που έφερε
τα τεράστια οικολογικά προβλήματα με το Τσερνομπίλ και την λίμνη Αράλη καθώς και στο περιβάλλον της
Σιβηρίας. Ο σοσιαλισμός δεν περνά απαραίτητα μέσα από τον κρατισμό.
Το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί τελικά να υπάρξει
ανάπτυξη της βιομηχανικής και αγροτικής παραγωγής, με παράλληλη προστασία του
περιβάλλοντος. Αν και κανείς δεν τολμά να το αναφέρει, για να υπάρξει μια ανάπτυξη του παραγωγικού τομέα στην πατρίδα μας, χωρίς ταυτόχρονα να καταστρέφουμε το
φυσικό της περιβάλλον, θα πρέπει να έχουμε σαν κεντρικό δόγμα όχι το κέρδος (όπως συνιστά ο καπιταλισμός) αλλά την οικοδόμηση μια ανάπτυξης που θα σέβεται την ελληνική φύση. Η ιδεολογική
σύνθεση της ελληνικής γης με το του ελληνικό αίμα, που είναι το κυρίαρχο
σύνθημα σε μια εθνικοσοσιαλιστική επανάσταση, θα φέρει τον παραγωγικό
εκσυγχρονισμό μέσα από την «ασπίδα» μιας οικολογικής προστασίας, όπου δεν θα
κυριαρχεί το κέρδος αλλά η βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των Ελλήνων.
Αυτό που διαφεύγει τις προσοχής πολλών επικριτών του
εθνικοσοσιαλισμού, είναι ότι οι παραγωγικές εκσυγχρονιστικές τάσεις, που
επικράτησαν την περίοδο που κυβερνούσαν οι εθνικοσοσιαλιστές στη Γερμανία,
είχαν μια βασική οικολογική συνιστώσα, που δεν αποτελούσε αντίφαση αλλά σύνθεση
για τη συγκεκριμένη ιδεολογία. Οι δύο άντρες που είχαν επιφορτιστεί με την
τήρηση αυτής της περιβαλλοντικής επαγγελίας εν μέσω μιας εντατικής
εκβιομηχάνισης ήταν οι Fritz Todt που είχε την άμεση ευθύνη γι ζητήματα τεχνολογίας και βιομηχανικής
πολιτικής και ο μηχανικός Alwin Seifert.
Ο Todt έφερε σε πέρας
την κατασκευή των αυτοκινητοδρόμων - από τα μεγαλύτερα έργα του αιώνα - με μια
οικολογική προστασία πρωτόγνωρη για την τότε εποχή. Αξίωνε όλα τα έργα να
βρίσκονται σε αρμονία με τη φύση και το φυσικό τοπίο. Σε αυτή την αρχή
στηρίχθηκαν και οι αρχαίοι Έλληνες για την κατασκευή των οικοδομημάτων τους. Οι
οικολογικές διαστάσεις αυτής της προσέγγισης υπερέβαιναν τα όρια μιας φροντίδας
αρμονικής προσαρμογής με τον φυσικό περίγυρο αλλά έφτασε να κυριαρχεί σαν
ιδεολογική αρχή. Ο Todt καθιέρωσε επίσης αυστηρά κριτήρια για την προστασία των
υδροβιότοπων, των δασών, και όλων των ευαίσθητα οικολογικών περιοχών. Το ίδιο συνέβαινε με τον υπουργό γεωργίας Darre αλλά και των υπόλοιπων
στελεχών που είχαν σαν έργο τους την βιομηχανική και τεχνολογική ανάπτυξη της
χώρας. Αυτές οι οικολογικές αρχές ήταν άρρηκτα συνδεδεμένες με τον εθνικιστικό
προσανατολισμό. Ο συνεργάτης του Todt σε περιβαλλοντικά θέματα ήταν ο Alwin Seifert, ένας φανατικός
οικολόγος, του οποίου το ψευδώνυμο στο εθνικιστικό κόμμα ήταν «ο κ. Μητέρα Γη»
και ήταν υπεύθυνος για την Χωροταξία. Ονειρευόταν μια ολική μεταστροφή από την
τεχνολογία στη Φύση. Από το 1934 είχε απευθυνθεί στον Rudolf Hess, που ήταν η ηγετική
μορφή της «πράσινης πτέρυγας» στο κόμμα, απαιτώντας να επιδεικνύεται προσοχή
στο ζήτημα της προστασίας των υπόγειων υδάτων κι διεκδικώντας την εφαρμογή
μεθόδων εργασίας ου θα εναρμονίζονται περισσότερο με τη φύση. Υπογράμμιζε τη
σπουδαιότητα της προστασίας των περιοχών με άγρια ζωή και αντιτιθόταν στην
μονοκαλλιέργεια, την αποστράγγιση των υγροτόπων και την χημική γεωργία. Αξίωνε
μια γεωργική επανάσταση στην κατεύθυνση μια μεθόδου καλλιέργειας ανεξάρτητης
από το κεφάλαιο. Με την ανάθεση της τεχνολογικής πολιτικής στην εθνικοσοσιαλιστική
Γερμανία σε προσωπικότητες, όπως των παραπάνω, ακόμα και η μαζική βιομηχανική
ανοικοδόμηση που υπήρξε τα χρόνια εκείνα προσέλαβε μια χαρακτηριστική «πράσινη»
οικολογική χροιά. Μάλιστα το 1935 οι Todt και Seifert
προώθησαν με επιμονή την πρόταση για έναν καθολικής ισχύος νόμο για την
προστασία της «Μητέρας Γης», όπως την αποκαλούσαν, προκειμένου «να αναχαιτιστεί
η σταθερή πορεία προς την καταστροφή αυτού του αναντικατάστατου θεμελίου όλης
της ζωής». Καταστρώθηκαν χωροταξικές ρυθμίσεις για την προστασία των περιοχών
με άγρια πανίδα, οι οποίες ταυτόχρονα επέβαλλαν τον σεβασμό προς το «ιερό»
γερμανικό δάσος.
Με αυτές τις ιδεολογικές αρχές σίγουρα είναι δυνατόν να
προστατευθεί με ασφάλεια κάθε φυσική περιοχή του πλανήτη. Βέβαια μετά την
κατάληψη της Γερμανίας, από τον καπιταλισμό και τον κομουνισμό, όλα αυτά
εγκαταλείφθηκαν, με αποτέλεσμα την τεράστια καταστροφή του φυσικού
περιβάλλοντος της χώρας. Η φύση όμως εκδικείται και τα ακραία φυσικά φαινόμενα δημιουργούν τεράστια οικονομικά προβλήματα στον καπιταλισμό. Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε με σεβασμό στη φύση που μας φιλοξενεί.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)






















