Ο άνθρωπος πρέπει να ζει φυσικά ας πλησιάσουμε την ελληνική φύση μακριά από τις πόλεις φυλακές της ψυχής και του σώματος
9 Νοε 2011
Οικολογική Πολιτική στην Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία
Ο εθνικοσοσιαλιστής και φυσιολάτρης, Richard Walter Darre, υπουργός Γεωργίας της Γερμανίας από το 1933 ως το 1942, είναι ο βασικός εμπνευστής των μεγάλων γερμανικών αυτοκινητοδρόμων (autobahn), των οποίων όμως ο τελικός στόχος δεν περιοριζόταν στις μεταφορές. Το σύστημα των αυτοκινητοδρόμων έπρεπε να αποτελεί μία φυσική συνέχεια του περιβάλλοντος χώρου του και του γερμανικού πνεύματος! Ο Darré, κινητοποιώντας περισσότερα από 100.000 άτομα της οργάνωσής του, κατασκευάζει με εξαιρετικά αυστηρές προδιαγραφές και παραδίδει από το 1934 ως το 1940 3.736 χιλιόμετρα αυτοκινητοδρόμων, έχοντας υπό κατασκευή άλλα 6.000 χιλιόμετρα, που εγκαταλείπονται το 1943, λόγω της πίεσης του πολέμου και των αρνητικών εξελίξεων για τη Γερμανία. Παρά την ύπαρξη χιλιάδων τόμων που αναφέρονται στην εθνικοσοσιαλιστική περίοδο της Γερμανίας (1933-1945), ελάχιστοι ασχολούνται με το οικολογικό ζήτημα εκείνης της περιόδου, αν και διασώζονται εκτενή αρχεία και πληθώρα σχετικών πληροφοριών. Ακόμη και στη σύγχρονη Γερμανία, το θέμα της ύπαρξης και δράσης μιας Πράσινης Πτέρυγας στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα, προσεγγίζεται περιστασιακά και εντελώς επιφανειακά. Δεν προσδιορίζεται ποτέ η προέλευση, ο σκοπός, αλλά κυρίως οι μεταπολεμικές συνέπειες της δραστηριοποίησής της. Κατά κανόνα, οι επιχειρούμενες αναλύσεις εμφανίζουν μία αφελέστατα απλοϊκή άρνηση να εξετασθεί εξονυχιστικά η τάση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας προς ένα ιδεολογικό ρεύμα προστασίας της φύσης, ασυνήθιστο και πρωτοποριακό για μια βιομηχανική κοινωνία εκείνης της περιόδου.
5 Νοε 2011
Εθνικοί Επαναστάτες: Οικολογία και Εθνικοσοσιαλισμός
Οι Εθνικοί Επαναστάτες (ΕΕ) στη Γερμανία έχουν καταφέρει να αναμιγνύουν με μεγάλη επιτυχία πολιτικά θέματα από την αριστερά και τη δεξιά, χρησιμοποιώντας τον εθνικισμό και την οικολογία, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσουν τις ιδεολογικές διαχωριστικές γραμμές. Αντλούν την ιδεολογία τους από μια παλιά δοξασία του γερμανικού «αιρετικού» εθνικισμού, σύμφωνα με την οποία «ένας «Τρίτος Δρόμος» μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού είναι αναγκαίος και η Γερμανία είναι προορισμένη από το πεπρωμένο να οδηγήσει την ανθρωπότητα σε αυτό τον δρόμο». Ο «Τρίτος Δρόμος» των Εθνικών Επαναστατών βασίζεται στον εθνικισμό και στον εθνικοσοσιαλισμό. Μια πτέρυγα των Εθνικών Επαναστατών, που αποκαλείται Solidaristen ταυτίζεται με την ιδεολογία των αδελφών Strasser, μελών του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος NSDAP στη δεκαετία του 20, που εκπροσωπούσαν την αντικαπιταλιστική πτέρυγα του κόμματος. Σήμερα οι οπαδοί Solidaristen όπως και οι υπόλοιποι Εθνικοί Επαναστάτες θεωρούν ιδιαίτερα τον Otto Strasser σα τον «Τρόσκυ του Εθνικοσοσιαλισμού», λόγω της εσωκομματικής διαπάλης για την εξουσία με τον Χίτλερ, στη δεκαετία του 20. Η αποβολή του επομένως από τον Χίτλερ θεωρείται από αυτούς σαν προδοσία του Εθνικοσοσιαλισμού.
Ηγετικός ιδεολόγος εκφραστής των Εθνικών Επαναστατών είναι σήμερα ο Henning Eichberg, ο οποίος υποστηρίζει για την χώρα του, την Γερμανία, την ανάγκη επιβεβαίωσης της «εθνικής ταυτότητας» και την δράση για έναν «απελευθερωτικό εθνικισμό». Οι εκδόσεις των Εθνικών Επαναστατών, επιδιώκοντας να αποκτήσουν απήχηση και στο χώρο της αριστεράς και στο χώρο της δεξιάς, έχουν υποστηρίξει τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα όλων των αποχρώσεων του παραδοσιακού πολιτικού φάσματος, από τους Ιρλανδούς, τους Βάσκους, τους Ουκρανούς και τους Αφγανούς, μέχρι και τους Σαντινίστας. Οι Εθνικοί Επαναστάτες θεωρούσαν την διαιρεμένη Γερμανία «κατεχόμενη» χώρα, αποτέλεσμα της ιμπεριαλιστικής πολιτικής των δυνάμεων κατοχής και επιδίωκαν να την απελευθερώσουν μαζί με την Αυστρία. Τώρα που η Γερμανία απελευθερώθηκε από την «κατοχή» οι Εθνικοί Επαναστάτες είναι ελεύθεροι να επικεντρώνουν την προσοχή τους στην «επανένωση» με την Αυστρία.
Ο Henning Eichberg θεωρεί τον ιουδαιο-χριστιανισμό σαν την έσχατη ρίζα όλων των σημερινών δεινών, εφόσον είναι υπερβολικά διανοητικός και αλλοτριώνει την ανθρωπότητα και από τον εαυτό της και από το θείο, αδιαφορώντας για τις συγκινήσεις και το σώμα. Ο Χριστιανισμός, γράφει ο Eichberg, συνυφασμένος καθώς είναι με την λογική του παραγωγισμού, είναι η «θρησκεία της ανάπτυξης» που πρέπει να αντιπαλέψουμε με κάθε τίμημα. Για να μπορέσει να καλλιεργηθεί η «εθνική ταυτότητα», προτείνει ο Eichberg, μια νέα θρησκεία που αναμιγνύει νεοπαγανιστικά γερμανικά στοιχεία και στοιχεία από τις κέλτικες και ινδικές θρησκείες με τις παλαιές Volkish εθνικιστικές ιδέες. Η νέα αυτή θρησκεία βασίζεται στον «αισθησιασμό» του χορού και της ιεροτελεστίας, της αυτοσυγκέντρωσης και της έκστασης. Στην ουσία η θρησκεία αυτή διαμορφώνεται και συγκροτείται σαν μορφή «πράξης» ενάντια στη «θρησκεία της ανάπτυξης», αφού οι αισθησιακές αντι-εμπειρίες που δημιουργεί μπορούν να αποκαταστήσουν τη στενή επαφή των ανθρώπων με τη φύση. Επιστροφή στην αγνή φύση, στις αρχέγονες πηγές ζωής των ανθρώπων, στην «ψυχή» και στις αυθεντικές κουλτούρες. Οι άνθρωποι υπερβαίνοντας την αλλοτρίωσή τους και ανακαλύπτοντας ξανά τον χαμένο εαυτό τους θα θεραπευτούν, θεραπεύοντας συγχρόνως και την φύση.
Οι Εθνικοί Επαναστάτες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 70 οργανώθηκαν γύρω από το αναπτυσσόμενο κίνημα κατά της πυρηνικής ενέργειας. Με τον οικολογικό και τον αντιπυρηνικό ενθουσιασμό τους, τον πολιτιστικό αντιαμερικανισμό τους και την υποστήριξη των εθνικο - απελευθερωτικών κινημάτων σε πολλά μέρη της γης, κατάφεραν στην πραγματικότητα να υπερφαλαγγίσουν τους αριστερούς της εποχής τους. Κάποιοι θεώρησαν την ιρλανδική οργάνωση Sinn Fein σαν πρότυπο των γερμανών Εθνικών Επαναστατών. Μια μεγάλη μερίδα από αυτούς όμως υιοθέτησαν μια διαφορετική πολιτική προσέγγιση προς τα τέλη της δεκαετίας του 70, προσχώρησαν στο νεοπαγές τότε κίνημα των Πρασίνων, όπου μερικοί από αυτούς κατάφεραν να αποκτήσουν για ορισμένο χρονικό διάστημα διάφορα αξιώματα. Τον Οκτώβριο του 1980 η οργάνωση Alternative List of West Berlin (Εναλλακτική λίστα του Δυτικού Βερολίνου) αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να συνεργάζεται με τους Εθνικούς Επαναστάτες, τους οποίους χαρακτήρισε ως «πιο επικίνδυνους και από τους δεδηλωμένους νεοναζιστές», επειδή απέκρυβαν τις πραγματικές προθέσεις τους πίσω από το πέπλο των δράσεων τους για άμεση δημοκρατία και ριζοσπαστική οικολογία.
3 Νοε 2011
2 Νοε 2011
Το Ζάλογγο
Ιερός τόπος θυσίας των Σουλιωτών το 1804, η Μονή Σέλτσου, αφιερωμένη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, στέκει ατάραχος μάρτυρας της Ιστορίας, στους ανοιχτούς ορίζοντες των ακατέργαστων βουνών, στο χείλος του βαράθρου Νεγκόζι, ανάμεσα στα Άγραφα και τα Φρούσια όρη, στον ορεινό Δήμο Γ. Καραϊσκάκη, στην Άρτα.
Η θυσία των Σουλιωτών στη Μονή Σέλτσου
Όταν με τη συνθήκη της 12ης Δεκεμβρίου του 1803, το Σούλι παραδόθηκε στον Αλή-Πασά, οι Σουλιώτες άρχισαν να εγκαταλείπουν τον τόπο τους, για να μην παραδοθούν στους Τούρκους.
Με αρχηγούς τον Κίτσο και Νότη Μπότσαρη, 1148 Σουλιώτες, τα Χριστούγεννα του 1803, έφτασαν στη μονή του Σέλτσου, που λόγω της τοποθεσίας της αποτελούσε ένα φυσικό οχυρό. Είκοσι ημέρες αργότερα, στις 12 Γενάρη του 1804, άρχισε η στενή πολιορκία τους από 8000 στρατιώτες του Αλή-Πασά. Με σοβαρές απώλειες στο εχθρικό στράτευμα, οι Σουλιώτες κατάφεραν να τους αποκρούσουν. Όλο το χειμώνα έμειναν αποκλεισμένοι στο Σέλτσο, με λιγοστά τρόφιμα και πολεμοφόδια, που τους προμήθευαν κρυφά οι κάτοικοι των γύρω περιοχών του Λιασκοβου και της Βρεστένιτσας.
Στις 20 Απριλίου, ο Αλή-Πασάς με σύμμαχο την προδοσία, ετοιμάζει σφοδρή επίθεση εναντίων των εξαντλημένων και εξουθενωμένων από την 4μηνη πολιορκία σουλιωτών. Η μάχη ήταν άνιση. Οι Τούρκοι, αφού εξουδετέρωσαν την αντίσταση στα φυλάκια, μπήκαν στο μοναστήρι. Άλλοι σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν, ενώ 250 γυναικόπαιδα, για να μην πέσουν στα χεριά των εχθρών, έστησαν ένα νέο μεγαλύτερο Ζάλογγο. Εκείνη την ημέρα, οι ιστορικοί αναφέρουν ότι χάθηκαν τρεις γενιές Μποτσαραίων. Ο Νότης Μπότσαρης αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος, ενώ ο Κίτσος, μαζί με τον 13χρονο Μάρκο και 10 Σουλιώτες, γλίτωσαν της σφαγής μέσα σε μια σπηλιά.
Η θυσία των Σουλιωτών στη Μονή Σέλτσου
Όταν με τη συνθήκη της 12ης Δεκεμβρίου του 1803, το Σούλι παραδόθηκε στον Αλή-Πασά, οι Σουλιώτες άρχισαν να εγκαταλείπουν τον τόπο τους, για να μην παραδοθούν στους Τούρκους.
Με αρχηγούς τον Κίτσο και Νότη Μπότσαρη, 1148 Σουλιώτες, τα Χριστούγεννα του 1803, έφτασαν στη μονή του Σέλτσου, που λόγω της τοποθεσίας της αποτελούσε ένα φυσικό οχυρό. Είκοσι ημέρες αργότερα, στις 12 Γενάρη του 1804, άρχισε η στενή πολιορκία τους από 8000 στρατιώτες του Αλή-Πασά. Με σοβαρές απώλειες στο εχθρικό στράτευμα, οι Σουλιώτες κατάφεραν να τους αποκρούσουν. Όλο το χειμώνα έμειναν αποκλεισμένοι στο Σέλτσο, με λιγοστά τρόφιμα και πολεμοφόδια, που τους προμήθευαν κρυφά οι κάτοικοι των γύρω περιοχών του Λιασκοβου και της Βρεστένιτσας.
Στις 20 Απριλίου, ο Αλή-Πασάς με σύμμαχο την προδοσία, ετοιμάζει σφοδρή επίθεση εναντίων των εξαντλημένων και εξουθενωμένων από την 4μηνη πολιορκία σουλιωτών. Η μάχη ήταν άνιση. Οι Τούρκοι, αφού εξουδετέρωσαν την αντίσταση στα φυλάκια, μπήκαν στο μοναστήρι. Άλλοι σφαγιάστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν, ενώ 250 γυναικόπαιδα, για να μην πέσουν στα χεριά των εχθρών, έστησαν ένα νέο μεγαλύτερο Ζάλογγο. Εκείνη την ημέρα, οι ιστορικοί αναφέρουν ότι χάθηκαν τρεις γενιές Μποτσαραίων. Ο Νότης Μπότσαρης αιχμαλωτίστηκε τραυματισμένος, ενώ ο Κίτσος, μαζί με τον 13χρονο Μάρκο και 10 Σουλιώτες, γλίτωσαν της σφαγής μέσα σε μια σπηλιά.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


